Το Καθολικό Κοιμητήριο της Κέρκυρας

Κάθε χρόνο, την 1η Νοεμβρίου, η Καθολική Εκκλησία πανηγυρίζει την εορτή των Αγίων Πάντων, εορτή που αποτελεί αργία στις περισσότερες καθολικές χώρες του δυτικού κόσμου, ενώ την επομένη, στις 2 δηλαδή Νοεμβρίου, τιμά τη μνήμη των κεκοιμημένων πιστών. Πρόκειται για μία ιδιαίτερη εκδήλωση ευλάβειας και τιμής προς τα αγαπημένα πρόσωπα που «έφυγαν» και μία υπενθύμιση για το πόσο πρόσκαιρο είναι το πέρασμά μας από αυτόν τον κόσμο. Στην Κέρκυρα, παραδοσιακά, την ημέρα αυτή, πολλές δεκάδες πιστών μας, αλλά και ορθόδοξοι, που κάποιο μέλος της οικογενείας τους ανήκε, παλαιότερα, στην Καθολική Εκκλησία, επισκέπτονται το Καθολικό Κοιμητήριο, ευπρεπίζουν και στολίζουν τους τάφους και παρακολουθούν την τελετή της ημέρας και την ευλογία των μνημάτων από τους ιερείς. Πρόκειται για μία ζωντανή ακόμα, λαϊκή ευλάβεια, που αντέχει στο χρόνο και επιβιώνει έως τις ημέρες μας, όχι ως κατάλοιπο, αλλά ως οικογενειακό χρέος.

Το θέμα της ταφής των νεκρών είναι μία υπόθεση που απασχολεί την ανθρώπινη κοινωνία… από πάντα! Στο νησί μας, ανασκαφές σε τμήματα της αρχαίας πόλης έχουν αποκαλύψει σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που σχετίζονται με ταφές και σχετικές τελετουργίες. Νεκροπόλεις, αργότερα, που χτίστηκαν σε όλον τον χριστιανικό κόσμο, εντυπωσιάζουν τους μελετητές και τους επισκέπτες με την αρχιτεκτονική, την οργάνωση, την τυπολογία και το διάκοσμό τους, που παραπέμπει σε συμβολισμούς προερχόμενους από την παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας. Ο κυριότερος και αυτός που επιβιώνει περισσότερο έως σήμερα, είναι η τοποθέτηση ενός σταυρού πάνω σε κάθε μνήμα, σύμβολο της νίκης του σταυρού του Χριστού επί του θανάτου.

Στα νεότερα χρόνια, οι άνθρωποι θάβονταν είτε στους περιβόλους των ναών, κυρίως σε αυτούς που βρίσκονταν εκτός των τειχών ή εκτός της πόλης σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, είτε εάν επρόκειτο για σημαίνουσες στρατιωτικές ή πολιτικές προσωπικότητες και εκκλησιαστικούς παράγοντες, μέσα στις ίδιες τις εκκλησίες, κατασκευάζοντας για τον σκοπό αυτό, περίτεχνα επιτύμβια μνημεία. Τέτοια, πολλά μπορεί να συναντήσει ο επισκέπτης σήμερα, στα δάπεδα και στους τοίχους των παλαιών καθολικών ναών του νησιού και όχι μόνο. Υπήρχε μάλιστα η παράδοση, ότι όσο πιο κοντά στην Αγία Τράπεζα, αποκτούσαν έναν τάφο, καθότι εκεί φυλάσσονταν λείψανα Αγίων και Μαρτύρων, που χρησιμοποιούνταν για την καθαγίασή της, (και όσο πιο κοντά, τόσο πιο ακριβό… το “οικόπεδο”), τόσο περισσότερο η ψυχή τους θα απολάμβανε, μετά θάνατον, τη μεσιτεία και την προστασία των Αγίων.

Υπήρχαν φυσικά και περιπτώσεις ομαδικών ταφών, κυρίως σε περίοδο επιδημιών, πολιορκιών ή λιμού ή ύστερα από κάποια θεομηνία, υπόθεση που σχετίζεται σε κάθε εποχή με την ιδιαίτερη, κοινωνική, νοσολογική και υγειονομική της κατάσταση. Η ανάγκη, πάντως, για τη δημιουργία κοιμητηρίων / νεκροταφείων εκτός του αστικού ιστού και αυτό καθαρά για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, γεννήθηκε με το πέρας της βενετοκρατίας, εφαρμόστηκε όμως επίσημα στα χρόνια των Άγγλων, μόλις κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Το πρώτο κοιμητήριο που ιδρύθηκε -επίσημα- στην Κέρκυρα το 1836, ήταν αυτό της Καθολικής Αρχιεπισκοπής, στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Σολάρι. Η γη στην ευρύτερη περιοχή είχε παραχωρηθεί ή ενοικιαστεί σε οικογένειες από τη Μάλτα οι οποίες είχαν μεταναστεύσει τα προηγούμενα χρόνια στην Κέρκυρα, όταν τόσο το νησιωτικό τους σύμπλεγμα, όσο και τα Ιόνια νησιά βρίσκονταν υπό την επικυριαρχία του βρετανικού στέμματος. Έως σήμερα, μία μεγάλη μερίδα απογόνων των πρώτων εκείνων κληρούχων, διατηρούν στη συγκεκριμένη περιοχή τις μικρές η μεγαλύτερες ιδιοκτησίες τους.

Πριν την κατασκευή του κοιμητηρίου, οι καθολικοί πιστοί θάβονταν στους περιβόλους χώρους των καθολικών ναών της πόλης, καθώς και σ’ ένα νεκροταφείο που βρίσκονταν στην περιοχή της Πόρτα Ρεμούντα. Η ίδρυση του κοιμητηρίου και του κοιμητηριακού ναού, πραγματοποιήθηκαν με απόφαση και επιχορήγηση της διοίκησης του Ιονίου Κράτους. Μέσα στο κοιμητήριο, μαλτεζοκερκυραίοι εργάτες, ανήγειραν ένα μικρό ναΐσκο, υπό τον τίτλο της «Παναγίας του Καρμήλου». Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν από τον αρχιεπίσκοπο Πέτρο Αντώνιο Νοστράνο (1830-1850) στις 26 Οκτωβρίου 1836 και ο πρώτος που ετάφη στο Καθολικό Κοιμητήριο, υπήρξε ο ογδονταπεντάχρονος Πέτρος Φρε του Φραγκίσκου, στις 6 Νοεμβρίου του 1836.

Το επόμενο κοιμητήριο που ιδρύθηκε στο νησί ήταν αυτό της Γαρίτσας το 1840, το Δημοτικό δηλαδή -σήμερα- Νεκροταφείο της οδού Αναπαύσεως. Την ίδια χρονιά, το οικόπεδο στο οποίο ιδρύθηκε το καθολικό κοιμητήριο, αποτυπώθηκε στο σχέδιο ενός άγνωστου, άγγλου περιηγητή, το οποίο φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη - Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Το 1849 ο αρχιεπίσκοπος Κάρολος Ριβέλλι (1856-1858) θα επεκτείνει το χώρο του κοιμητηρίου και θα μεγαλώσει το ναό. Το 1882 ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων Μανταλένα (1860-1884) όρισε μία επιτροπή, η οποία διοργάνωσε έρανο για την αγορά των όμορων οικοπέδων. Πολλοί μαλτέζοι προσέφεραν γη και οβολό και γι’ αυτό έκτοτε, συχνά, το αποκαλούσαν «το νεκροταφείο των μαλτέζων της Κέρκυρας». Το 1886 έγιναν εργασίες αποκατάστασης και οικοδομήθηκε η οικία του επιστάτη, και ο χώρος στα βόρεια, αριστερά της θύρας του Κεφαλομάντουκου, εκεί όπου θάβονταν θύματα λοιμωδών νόσων ή άλλα ιδιαίτερα περιστατικά. Στις 3 Ιουνίου 1888 ο αρχιεπίσκοπος Ευαγγελιστής Μπόνι (1885-1897), πλαισιωμένος από τις αρχές του τόπου, έκανε τα επίσημα εγκαίνια και διάβασε επιστολή του Πάπα Λέοντα ΙΓ’ ο οποίος είχε συνεισφέρει οικονομικά για τις εργασίες. Ο διάδοχός του, ο αρχιεπίσκοπος Αντώνιος Ιωάννη Βαπτιστής Δελένδας (1898-1900) συνέταξε τον πρώτο κανονισμό, Regolamento per Camposanto Cattolico di Corfù, Corfù tip. N. Pezzali, στις 15/27 Αυγούστου 1898, τον οποίον συμπλήρωσε ο αρχιεπίσκοπος Δομήνικος Δαρμανίν (1912-1919), υπό τον τίτλο Estratto del regolamento del Camposanto Cattolico di Corfù, την 1η/14 Ιανουαρίου 1917.

Το κτίριο που διέμενε ο επιστάτης στην κεντρική είσοδο του κοιμητηρίου, επέκτεινε και ανακαίνισε ο αρχιεπίσκοπος Θεόδωρος Αντώνιος Πόλιτο (1901-1911) το 1903, και εκεί πρωτοφιλοξενήθηκαν οι Φραγκισκανές Μοναχές της Ιεράς Καρδίας του Ιησού από τη Μάλτα, το 1907, όταν εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, με σκοπό να ιδρύσουν ένα σχολείο για τα παιδιά της μαλτέζικης παροικίας. Εκεί διέμειναν και οι πρώτοι καπουκίνοι της Κοινότητας της Κέρκυρας, όταν εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους στη Λευκάδα και εγκαταστάθηκαν εδώ, τον Ιούνιο του 1924. Οι δύο πρώτοι καπουκίνοι ιερομόναχοι κι ένας ακόμη μοναχός, διέμειναν σ’ εκείνο το κτίριο από τις 9 Αυγούστου 1924 όταν ο Αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος Πρίντεζης (1919-1940) τους παραχώρησε επίσημα το χώρο μέχρι τις 10 Απριλίου 1929, οπότε εγκαινίασαν το μοναστήρι τους, που λειτουργεί έως σήμερα απέναντι σχεδόν από το χώρο του κοιμητηρίου, γι’ αυτό και η Αρχιεπισκοπή τους έχει αναθέσει τη διαχείριση και τη φροντίδα του.

Η φωτογραφία που παρουσιάζουμε, σήμερα, από τη συλλογή μας, εμφανίζει το διάδρομο του κοιμητηρίου, που οδηγεί στο ναΐσκο της Παναγίας του Καρμήλου κι έχει τραβηχτεί εκείνη, περίπου, την περίοδο.

Στο πέρασμα του χρόνου το καθολικό κοιμητήριο πλαισιώθηκε εξ αριστερών από το ορθόδοξο κοιμητήριο του Μαντουκιού, του Αγιανόπουλου, όπως είναι γνωστό στους ντόπιους και το εβραϊκό. Το εβραϊκό κοιμητήριο μεταφέρθηκε εκεί ύστερα από τις καταστροφές, τις συλήσεις και την απαλλοτρίωση που άφησαν τα χρόνια μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, στο παλαιό κοιμητήριο της ισραηλιτικής κοινότητας που βρισκόταν στο χώρο που φιλοξενεί σήμερα τα Γενικά Λύκεια της Κέρκυρας, τον Α’ δημόσιο παιδικό σταθμό και μέρος της Αστυνομικής και Πυροσβεστικής διεύθυνσης (παλαιό νοσοκομείο).

Το καθολικό κοιμητήριο, όπως το αντίστοιχο βρετανικό και το γαλλικό στρατιωτικό νεκροταφείο, καθώς και τα αντίστοιχα σέρβικα μαυσωλεία του Α’ παγκοσμίου πολέμου, δεν αποτελούν απλώς ένα χώρο μνήμης και περισυλλογής, αλλά και ένα χώρο πολιτισμού. Στο καθολικό κοιμητήριο θα μπορούσαν να προβληθούν οι τάφοι κάποιων επιφανών οικογενειών, όπως της οικογένειας του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, τα περίτεχνα μνήματα των επισκόπων, των ιερέων και των μοναχουσών, κάποιων προξένων και συνθετών, αλλά και το απέριττο μνήμα του αρχιτέκτονα του παλαιού δημοτικού θεάτρου Corado Pergolesi και άλλων, λιγότερο γνωστών και διακεκριμένων που δεν παύουν να είναι όμως οι πρόγονοι, οι παππούδες και οι πατεράδες μας. Να επισημανθεί τέλος και το μνημείο όπου μεταφέρθηκαν τα οστά των πεσόντων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου του 1571, μετά την κατεδάφιση της ιστορικής εκκλησίας του Ευαγγελισμού “Annunziata” και που η Αρχιεπισκοπή μας περιμένει… «μία αιωνιότητα και μία μέρα» τη στιγμή που θα τα μεταφέρει ξανά, με επισημότητα και τιμές, στο χώρο κάτω από το, υπό αναστήλωση, κωδωνοστάσιο του γκρεμισμένου ναού.

Αν και τα τελευταία χρόνια έχει ληφθεί ιδιαίτερη πρόβλεψη για τον ευπρεπισμό, τον σχολαστικό καθαρισμό και την προστασία του χώρου, παλαιότερες επεμβάσεις και η έλλειψη ενός καταστατικού για τη διάθεση, τη χρήση και την ανακαίνιση των μνημάτων, αλλά και την μεταπώλησή τους πολλές φορές όταν κάποιες οικογένειες έχουν εκλείψει, έχουν στερήσει από το καθολικό κοιμητήριο ένα μεγάλο κομμάτι από την παλαιότητα και την ιστορικότητα του, αλλά αυτό δυστυχώς, δεν είναι άγνωστο σε έναν τόπο, όπου επιτρέπει δεκαετίες τώρα, πολλά από τα μνημεία του, θρησκευτικά και μη, να έχουν παραδοθεί είτε στη φθορά του χρόνου, είτε στις πιο άσχετες και άστοχες παρεμβάσεις.

Ζωή σε λόγου μας!

Σ.Γ.