Ο Δήμαρχος Κερκυραίων Σπύρος Ραθ (1902 – 1983)

Μία από τις πιο προβεβλημένες προσωπικότητες στο χώρο της τοπικής μας αυτοδιοίκησης, υπήρξε ο Σπυρίδων Ραθ, ο τελευταίος εκλεγμένος Δήμαρχος Κερκυραίων πριν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Ραθ προέρχονταν από καθολική οικογένεια Γερμανικής καταγωγής, εγκατεστημένη στην Κέρκυρα τα μέσα του 19ου αιώνα.
Ο γεννημένος το 1836 παππούς του, Σπυρίδων Rath, από το γάμο του, στον Καθολικό Καθεδρικό Ναό της Κέρκυρας την 6η Νοεμβρίου 1859 με την Chiara Barbato του Φραγκίσκου, απέκτησαν έξι παιδιά: τον Ιωάννη το 1860, τον Αντώνιο το 1863, τη Μαρία το 1865, το Φίλιππο Λουδοβίκο (πατέρα του Δημάρχου) στις 26 Ιουνίου 1867, τον Ραϊμόνδο το 1871 και την Γκράτσια Μαρία το 1874.
Ο πατέρας του Δημάρχου, ο Φίλιππος, κουρέας στο επάγγελμα, παντρεύτηκε στο «Ντόμο» της Κέρκυρας, στις 7 Ιανουαρίου 1894, την 25χρονη κερκυραία Μαρία Βουτσινά του Αυγουστίνου και από το γάμο τους γεννήθηκε, στις 11 Ιουνίου του 1902, ο μετέπειτα Δήμαρχος Σπύρος Ραθ. Σύμφωνα με πληροφορία που οφείλω στον αγαπητό Γιώργο Λινάρδο, το νεογέννητο βαπτίστηκε βιαστικά, την επομένη κιόλας ημέρα, στον Ι.Ν. Υπεραγίας Θεοτόκου Βλαχερνών, από τον εφημέριο Δημήτριο Βασιλά.
Ο Ραθ, αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κέρκυρα, ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με την αποφοίτησή του επέστρεψε και σταδιοδρόμησε ευδοκίμως στη γενέτειρά του, με την έκρηξη -όμως- του ελληνοϊταλικού πολέμου, ανέστειλε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Είναι γνωστή η έντονη αντιφασιστική του δράση, ενώ γνωστοί είναι και οι αγώνες, καθώς και τα υπομνήματά του για την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων από την Ιταλία. Για τις ενέργειές του αυτές συνελήφθη, με άλλους επιφανείς κερκυραίους και γνωστούς λογίους και εξορίστηκε αρχικά στους Παξούς και από εκεί στην Ιταλία. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την κατάληψή της από τα στρατεύματα των πρώην συμμάχων της, ο Ραθ δραπέτευσε και κατέφυγε στην ελληνική πρεσβεία της Ρώμης, όπου με το βαθμό του λοχαγού, παρέμεινε, μέχρι το πέρας του πολέμου, ως στρατιωτικός ακόλουθος. Την περίοδο εκείνη συνεργάστηκε με το ραδιοφωνικό σταθμό, στο γνωστό πρόγραμμα «Φωνή της Ελλάδος». Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο, ασκώντας συγχρόνως το λειτούργημα του νομικού.

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά του, επιδόθηκε στην επιστήμη του, αλλά πολύ περισσότερο στην πολιτική και στα κοινά. Από τον πρώτο του γάμο, απέκτησε δύο κόρες, οι οποίες -στα χνάρια του πατέρα τους- είχαν πάντοτε μία έντονη παρουσία στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα του νησιού.

Ο Ραθ εξελέγη για πρώτη φορά Δήμαρχος Κερκυραίων στις δημοτικές εκλογές του 1964, αντικαθιστώντας το γνωστό βιομήχανο Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο και ανέλαβε καθήκοντα στις 26 Αυγούστου του ιδίου έτους. Υπήρξε ο πρώτος Δήμαρχος στην Ελλάδα που παραιτήθηκε από το αξίωμά του, στις 26 Ιουλίου 1967, αντιδρώντας στην κατάλυση του Πολιτεύματος από τη στρατιωτική δικτατορία. Αντικαταστάθηκε αρχικώς από τον Αλέξανδρο Περούλη για να ακολουθήσουν μέχρι την πτώση της δικτατορίας, τρία ακόμη διορισμένα δημοτικά σχήματα υπό τους Ιλαρίωνα Μπάκλη, Έκτωρα Γεροντικό και Νικόλαο Κάντα.

Με τη μεταπολίτευση, ο Ραθ υπηρέτησε για ένα σύντομο διάστημα ως αντιδήμαρχος, στο πλευρό του διορισμένου από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, Εφέτη Κωνσταντίνου Αλεξόπουλου (Σεπτέμβριος 1974 - Ιούνιος 1975). Στις πρώτες ελεύθερες αυτοδιοικητικές εκλογές της 3ης Μαρτίου 1975 και στις επαναληπτικές της 6ης Απριλίου, ως επικεφαλής του «Κερκυραϊκού Ψηφοδελτίου Δημοκρατικών Δυνάμεων», επικράτησε του αντιπάλου του, συγκεντρώνοντας ποσοστό 51,6%. Η δεύτερη θητεία του διήρκεσε από τις 26 Σεπτεμβρίου 1975 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1978, οπότε αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή, αφήνοντας το δημοτικό στίβο, στο γνωστό κερκυραίο δικηγόρο Ιωάννη Κούρκουλο.

Ο Σπύρος Ραθ υπήρξε υπέρμαχος της τοπικής παράδοσης και πολυγραφότατος συγγραφέας. Μέσα από το «Ημερολόγιο Εξορίας» του και το πλήθος υπομνημάτων, άρθρων και δημοσιευμάτων διακρίνει κανείς την αγωνία του για τον τόπο, αλλά και για όλα τα εθνικά ζητήματα. Ο Ραθ υπήρξε συνιδρυτής στις 26 Μαΐου 1973 της κερκυραϊκής Λέσχης Lions, στέλεχος του κερκυραϊκού προσκοπισμού και αναμορφωτής του Δημοτικού Πτωχοκομείου – Γηροκομείου που μετονόμασε σε «Κερκυραϊκό ίδρυμα Προστασίας Περιθάλψεως Ηλικιωμένων».

Πέθανε στην Κέρκυρα, βαθιά τιμώμενος, στις 15 Σεπτεμβρίου 1983 και στη μνήμη του ο Δήμος Κερκυραίων απονέμει, κάθε χρόνο, το «Έπαθλο Σπύρος Ραθ» σε νέους ανθρώπους για τις επιδόσεις τους στον αθλητισμό και στις καλές τέχνες. Συγχρόνως, ένας δρόμος στην περιοχή Κεφαλομάντουκο, μετονομάστηκε -εδώ και χρόνια- σε οδό Σπύρου Ραθ.

Στη φωτογραφία που ανασύραμε από τη συλλογή μας, παρουσιάζουμε ένα στιγμιότυπο με το Δήμαρχο Σπύρο Ραθ και τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο Βαρθαλίτη, λίγες ημέρες πριν την παραίτηση του πρώτου. Ήταν Ιούνιος του 1967 και σύμφωνα με την «παράδοση», ο Αρχιεπίσκοπος δεξιώνονταν στην Αρχιεπισκοπή τις τοπικές Αρχές, που ακολουθούσαν την καθιερωμένη Λιτανεία της Αγίας Δωρεάς. Στην άκρη της φωτογραφίας, αριστερά, διακρίνεται η δεύτερη σύζυγός του, η αγαπημένη του Τζουλιάνα Tizo (Bracciano 1923 – Κέρκυρα 28/01/2015), μία γυναίκα με έντονη κοινωνική προσφορά και παρουσία, την οποία, με ειδική άδεια από την Καθολική Εκκλησία, λόγω διαζυγίων, παντρεύτηκε τελικά ένα χρόνο πριν το θάνατό του, στον Καθολικό Καθεδρικό Ναό «Ντόμο», με μάρτυρες, τους γνωστούς συντοπίτες Ελευθέριο Μωραΐτη και Στέφανο Τσαγκαράκη.

Την ημέρα εκείνη, το ημερολόγιο έγραφε 30 Σεπτεμβρίου 1982.

Σ.Γ.