«Φονικό στην Εκκλησιά» Ένα επεισόδιο που συντάραξε την Καθολική Εκκλησία στην Κέρκυρα το 1898

Όταν ο άγγλος νομπελίστας (ποιητής και δοκιμιογράφος) Thomas Stearns Eliot, (1888-1964) έγραφε το 1935 το περίφημο έργο του «Φονικό στην Εκκλησιά», που αφορούσε στη δολοφονία του αρχιεπίσκοπου της Καντερβουρίας Θωμά Μπέκετ το 12ο αιώνα, δεν είχε προφανώς κατά νου ένα άλλο φονικό, που είχε λάβει χώρα στον Καθολικό Καθεδρικό Ναό της Κέρκυρας αιώνες αργότερα, το 1898. Και αν το έργο του Έλιοτ έχει χαρακτηριστεί ως ένα ποιητικό όραμα που περιγράφει τον αγώνα του Μπέκετ ενάντια στις επιβουλές του βασιλιά Ερρίκου του Β', τα όσα ακολούθησαν στην κοινωνία και στην Εκκλησία της Κέρκυρας στα τέλη του 19ου αιώνα, μονάχα αποτροπιασμό και προβληματισμό θα μπορούσαν να προκαλέσουν.

Στις 19 Αυγούστου 1897 πεθαίνει, στην Κέρκυρα, ο γηραιός καπουκίνος αρχιεπίσκοπος Evangelista Boni (1829 – 1897). Η ιστορία τον έχει κατατάξει ανάμεσα στους ιεράρχες εκείνους που ποίμαναν με ιεραποστολικό ζήλο τόσο την Επισκοπή Κεφαλληνίας – Ζακύνθου όσο και την Αρχιεπισκοπή της Κέρκυρας, ενώ πολλά έχουν γραφεί για το φιλανθρωπικό του έργο, αλλά και την πλούσια ποιητική του παραγωγή. Έως την εκλογή του διαδόχου του, του θηραϊκής καταγωγής Αντωνίου Ιωάννη Βαπτιστή Δελένδα (1859 - 1911) και την ενθρόνισή του στις 22 Μαΐου 1898, η επισκοπική έδρα των καθολικών των Επτανήσων παραμένει ακέφαλη.

Πρόκειται για μία περίοδο όπου οι πολιτικές ζυμώσεις και οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις είναι έντονες, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ του καθολικού κλήρου και της επίσημης ορθόδοξης Εκκλησίας προκαλεί, πολύ συχνά, κλυδωνισμούς. Η παρουσία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Κέρκυρα, τα οποία διαχειρίζονται καθολικοί μοναχοί και μοναχές και η μαχητική αντικαθολική δημοσιογραφία από επιφανείς κερκυραίους λογίους, για το ρόλο και τις επιδιώξεις των σχολών αυτών, προκαλεί συχνές και θορυβώδεις αντιδράσεις. Δεν έχουν περάσει άλλωστε παρά λίγα χρόνια από τα γνωστά Εβραϊκά του 1891, όταν μία σειρά από προβοκάτσιες, η υπονόμευση των θρησκευτικών παθών και το θυμικό των κερκυραίων, προκάλεσε θανάτους, μαζικές διώξεις και αναίτιες καταστροφές στην εβραϊκή κοινότητα του νησιού, εγείροντας διεθνείς αντιδράσεις.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, έρχεται ένα ακόμα γεγονός για να αναστατώσει την καθολική κοινότητα και να σκανδαλίσει την τοπική κοινή γνώμη. Στις 17 Ιανουαρίου 1898, παραμονή των Θεοφανίων, που εορτάζονταν κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στον καθολικό καθεδρικό ναό της Κέρκυρας, με το πέρας της τελετής του αγιασμού των υδάτων, εισέβαλε στο σκευοφυλάκιο του ναού ένας από τους εργάτες που απασχολούνταν περιστασιακά με τον καλλωπισμό της εκκλησίας. Επρόκειτο για μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, τον Σπυρίδωνα Έββερτ. Βρετανικής υπηκοότητας, έχοντας μεταβαπτιστεί στο ορθόδοξο δόγμα, επανήλθε λίγα χρόνια αργότερα στο καθολικό και φημολογούνταν ότι έπασχε από μανία καταδιώξεως.

Κρατώντας ένα μεγάλο μαχαίρι παραφύλαξε τον ιερό κλήρο, την ώρα που από την αριστερή θύρα του κεντρικού βήματος επέστρεφε στη σακριστία του ναού. Πρώτα επιτέθηκε στον κερκυραίο ιερέα και φημισμένο λόγιο Francesco Carlo Di Mento, που τον ίδιο χρόνο θα διορισθεί επίσκοπος Τήνου και Μυκόνου, τραυματίζοντάς τον στο αριστερό χέρι και στη συνέχεια κατά του πενηνταεξάχρονου ιερέα, του κανονικού (πρωτοπρεσβύτερου) Ερνέστου Lightwood, αρχιγραμματέα της αρχιεπισκοπής, καταφέροντάς του ένα θανατηφόρο πλήγμα στην καρδιά. Ακολούθως, επεχείρησε να χτυπήσει τον κανονικό Γουλιέλμο Lightwood, αδελφό του προηγούμενου και τους παρόντες ιερείς που έτρεχαν αλαφιασμένοι σε βοήθεια, τον Spiridione Farruggia, τον Spiridione Attard, τον Antonio Viotti και τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Domenico Darmanin. Λίγο πριν ο Έββερτ επιχειρήσει να διαφύγει, ανάμεσα από τη χορωδία και συλληφθεί, κατάφερε ένα ελαφρύ τραύμα στο στήθος του εφημέριου και Γενικού Βικάριου (Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου) της αρχιεπισκοπής Μιχαήλ Sciuriaga. Αν και η αναστάτωση ήταν προφανής, ελάχιστες πληροφορίες δημοσιεύθηκαν για το συμβάν και τη δολοφονία του Ερνέστου Lightwood, σαν κάποιοι να προσπάθησαν να αποσιωπήσουν αυτές τις τραγικές στιγμές, για να μη γίνουν επιχείρημα στα χείλη εκείνων που θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευθούν το τραγικό αυτό γεγονός. Κάποιοι ανέφεραν ότι θύτης και θύμα είχαν διαφορές από παλαιότερη εποχή, όταν ο Έββερτ, στις επανειλημμένες του παρακλήσεις προς τον Lightwood, να μεσολαβήσει ώστε να συμπεριληφθεί στις τάξεις του καθολικού κλήρου, συναντούσε πάντα την άρνηση και την απόρριψή του.

Στο Βιβλίο θανόντων της Καθολικής Μητρόπολης [1874 - 1938], σ. 121 v. διαβάζουμε: “Addi 17 Gennaio 1898, {9} Il R(everendissi)mo benemerito Cancelliere Arc(ivescovi)le Can(oni)co D(ottor) Ernesto Lightwood fù Sig(no)r Antonio di anni 56 da Corfù in com(munione) di S(anta) Chiesa rese oggi l’anima a Dio, un ora dopo esser stato pugnalato nella Sacristia dopo la funzione della benedizione delle acque nella vig(ilia) dell’Epifania, compianto da tutto.” Ο αδελφός του Ερνέστου, ο Γουλιέλμος, μεγαλύτερος σε ηλικία, δέχθηκε ένα πιο επιπόλαιο χτύπημα, από το οποίο όμως δεν συνήλθε ποτέ. Γεννημένος κι αυτός στην Κέρκυρα τη 14η Νοεμβρίου 1841, συνεργάστηκε με τον αδελφό του στην ταξινόμηση και αναδιοργάνωση του πολύτιμου επισκοπικού αρχείου, το οποίο καταστράφηκε ολοκληρωτικά τον Σεπτέμβριο του 1943 από τους γερμανούς. Πέθανε λίγους μήνες μετά το φονικό, στις 27 Οκτωβρίου 1899 σε ηλικία 73 ετών.

Για να επιστρέψουμε ξανά στο αριστούργημα του Έλιοτ και στη δολοφονία του Μπέκετ, όπως αυτή παρουσιάζεται στο εικονογραφημένο χειρόγραφο εποχής που δημοσιεύουμε, ο έλληνας νομπελίστας ποιητής Γεώργιος Σεφέρης στην εισαγωγή της μετάφρασης του έργου του Έλιοτ γράφει: «Θα ήταν λάθος να κρίνει κανείς το έργο ιστορικά, με τις επιχειρηματολογίες της σκοπιμότητας... Η πράξη του έργου ξετυλίγεται σε άλλη στάθμη· είναι η μάχη με το αξεχώριστο κακό... Είναι ο αγώνας ενός ανθρώπου με την περηφάνια του. Με τον ίδιο τρόπο θα ήταν επίσης λάθος αν έβλεπε κανείς τον ήρωα του δράματος σαν έναν κομματάρχη του ιερατείου που έστησε πόλεμο με τον οποιοδήποτε φορέα της κοσμικής εξουσίας». Βασικό ρόλο στο έργο παίζει ο χορός που αποτελείται από ταπεινές γυναίκες της Καντερβουρίας, που αντιπροσωπεύουν το λαό, πάνω στον οποίο έχουν τον αντίχτυπό τους τα πάθη των προσώπων». «Ένα κακό», λέει ο Σεφέρης, «δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· απλώνεται σ' όλον τον κόσμο — κι όλοι πληρώνουν».

Γιατί όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Έλιοτ: «Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους. Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους. Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι του ενός μα των πολλών. Ένας φόβος σαν τη γέννηση και το θάνατο, καθώς βλέπουμε τη γέννηση και το θάνατο μόνους. Μέσα σ' ένα κενό, ξεχωριστά. Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που δε μπορούμε ν' αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει, κι οι καρδιές μας ξεριζώνονται, το μυαλό μας ξεφλουδίζεται σαν τις φλούδες κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας χαμένος, χαμένος, σ’ έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει…»

Σ.Γ.