Επικήδειος Α. Α. Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’

Στις 22 Οκτωβρίου η Καθολική Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’, μίας εμβληματικής προσωπικότητας με παγκόσμια ακτινοβολία, που ανακηρύχθηκε Άγιος, μαζί με τον προκάτοχό του Ιωάννη τον 23ο, από την Α.Α. τον Πάπα Φραγκίσκο, στις 27 Απριλίου 2014. Όλη του η ζωή υπήρξε ένας διαρκής αγώνας και μία περιπέτεια, αγαπήθηκε αλλά και αμφισβητήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους και τα τελευταία, οδυνηρά χρόνια της ζωής του, όταν η αρρώστια τον είχε καταβάλει, κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο του σε ελπίδα, για όλο τον κόσμο, που στο πρόσωπό του αναγνώριζε έναν σπουδαίο ηγέτη. Λίγες ημέρες μετά το θάνατό του, η Καθολική Αρχιεπισκοπή της Κέρκυρας, διοργάνωσε την Τετάρτη 6 Απριλίου 2005, στον κατάμεστο από τις τοπικές αρχές και πιστούς, Καθεδρικό της Ναό, ένα μνημόσυνο, όπου ο Γραμματέας της Αρχιεπισκοπής ανέλαβε να εκφωνήσει τον επικήδειο της ημέρας, τον οποίον παραθέτουμε ακολούθως:

 

Επικήδειος Α. Α. Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’

Καθολική Μητρόπολη Κέρκυρας

Κάρολ, Κάρολ, Κάρολ. Η βραχνή φωνή του Στανισλάβ, του πιστού πολωνού γραμματέα του Πάπα ηχεί με αγωνία στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του. Σάββατο βράδυ 2 Απριλίου στην καρδιά της αιώνιας πόλης. 21:37’ στο απέριττο παπικό δωμάτιο, δύο πρόσωπα συμπαραστέκονται στον μεγάλο ηγέτη που ξεκινά μόνος το τελευταίο του ταξίδι. Χιλιάδες όμως πιστοί στην πλατεία ξεσπούν σε λυγμούς, εκατομμύρια σε όλον τον κόσμο ζουν μέσα από τις τηλεοράσεις την ανθρώπινη, την επιθανάτια αγωνία της πλέον αναγνωρίσιμης προσωπικότητας σ’ αυτόν τον πλανήτη που και με το θάνατό της ακόμα, γίνεται σύμβολο.

Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’

εννήθηκε στην πόλη Wadowice, νοτιοδυτικά της Κρακοβίας στις 18 Μαΐου 1920. Ο πατέρας του στρατιωτικός και η μητέρα του μια βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα θα πεθάνει όταν ο Λόλεκ της, όπως τον αποκαλούσε γλυκά θα ήταν μόλις εννέα χρονών. Η απώλεια της μητέρας του θα τον σημαδέψει για πάντα. Το 1939 όταν τα χιτλερικά στρατεύματα θα καταλάβουν την Πολωνία θα διακόψει τις φιλοσοφικές του σπουδές και για να αποφύγει τη σύλληψη θα εργαστεί ως εργάτης σε κάποιο μεταλλείο και στη συνέχεια σε μία χημική βιομηχανία. Παράλληλα, θα εισέλθει κρυφά σε κάποιο ιεροσπουδαστήριο, από τα παράνομα που λειτουργούσαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής λαίλαπας, επιδιδόμενος συνάμα με μεγάλη επιτυχία στη φιλολογία, στο θέατρο, στον αθλητισμό και στην ποίηση. Το εικοσιτετράωρο του δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανησυχίες του. Συντηρεί την οικογένειά του εργαζόμενος σε διάφορες δουλειές, γράφει και πρωταγωνιστεί σε πειραματικούς θιάσους που ανεβάζουν έργα υπέρ της πολωνικής αντίστασης, διακρίνεται σαν ένας καλός τερματοφύλακας σε μία τοπική ομάδα, βοηθά σ’ όλα τα έργα του ιεροσπουδαστηρίου μέσα στο οποίο ωριμάζει την ιερατική του κλήση. Μετά τον πόλεμο θα συνεχίσει τις σπουδές του στο Ιεροσπουδαστήριο της Κρακοβίας, τον Νοέμβριο του 1946 χειροτονείται ιερέας και συνεχίζει στη Ρώμη μεταπτυχιακές σπουδές. Το 1958 διορίζεται βοηθός επίσκοπος στην Κρακοβία και έξι χρόνια μετά ενθρονίζεται αρχιεπίσκοπος στην ίδια πόλη. Ο Πάπας Παύλος ο 6ος εκτιμώντας την ευρύτητα του πνεύματός του, την ευρυμάθεια και τις κοινωνικές του ανησυχίες θα τον προάγει τρία μόλις χρόνια μετά σε Καρδινάλιο.

Στις 14 Οκτωβρίου 1978 μετά το θάνατο του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Α’ 110 καρδινάλιοι εισέρχονται στο Κονκλάβιο για να ψηφίσουν το διάδοχό του. Δύο ημέρες μετά και καθώς χιλιάδες πιστών είχαν συγκεντρωθεί ατενίζοντας στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, όλοι προς στιγμή σάστισαν όταν ανακοινώθηκε το ασυνήθιστο όνομα του νέου Πάπα: «σας φέρνω μία χαρούμενη είδηση» φώναξε ο καρδινάλιος Felice «Έχουμε νέον Πατέρα, νέον Πάπα, τον Καρδινάλιο Κάρολ Βοϋτίουα, τον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β’. Κι όταν χαμογελαστός παρουσιάστηκε στον εξώστη του Αγίου Πέτρου με τα χέρια μια ανοιχτή αγκαλιά, κοίταξε τα πλήθη που τον χαιρετούσαν κι αυθόρμητα απευθύνθηκε σε όλους λέγοντας: «Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, αν κάνω κανένα λάθος διορθώστε με. Είμαστε ακόμα όλοι λυπημένοι από τον αδόκητο χαμό του λατρευτού Πάπα Ιωάννη Παύλου του Α’ και να που οι εξοχότατοι καρδινάλιοι κάλεσαν έναν νέον επίσκοπο στη Ρώμη. Τον κάλεσαν από μία χώρα μακρινή, μακρινή αλλά πάντα κοντινή με την κοινωνία της πίστεως και της χριστιανικής παράδοσης. Φοβήθηκα να δεχθώ αυτήν την τιμή, τη δέχθηκα όμως υπακούοντας στο θέλημα του Ιησού Χριστού και στην απόλυτη εμπιστοσύνη στην Μητέρα του, την Αειπάρθενο Μαρία. Μη φοβάστε να αποδεχθείτε το Χριστό και την εξουσία του. Ανοίξτε τα σύνορα των κρατών, τα τεράστια πεδία του πολιτισμού και της ανάπτυξης στη σωτήρια δύναμή του. Αδελφοί και αδελφές μου, μην φοβάστε, μην φοβάστε ποτέ. Είμαι όλος δικός σας, Totus Tuus».

Ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο, επισκέπτεται όλες σχεδόν τις μεγαλουπόλεις στην Ευρώπη και κηρύττει σε κάθε γωνιά της γης. Ο θρησκευτικός ηγέτης ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων πενήντα εκατομμυρίων καθολικών σ’ αυτήν τη γη, διέρχεται σαν προσκυνητής τους δρόμους όλου του κόσμου κι ανακατεύει τη φωνή του με τον απλό λαό, ενώνει τη δική του με τις διαμαρτυρίες τους, ακούει με προσοχή τα όσα τους ανησυχούν. Δεν διστάζει να καταρρίψει μύθους και δόγματα παραδεχόμενος αλήθειες που πικραίνουν, θα σκληρύνει όμως και τη φωνή του απογοητεύοντας κάποιους άλλους, όταν πρόκειται για ζητήματα ηθικής και ανθρωπίνων αξιών. Χαρακτηρίζεται για κάποια από αυτά συντηρητικός κι αλύγιστος, στο επίκεντρο όμως της βιοθεωρίας του παραμένει πάντα ο άνθρωπος και το δικαίωμά του στη ζωή. Υπήρξε πάντοτε πιστός κι έτοιμος να υπηρετήσει και τον φτωχότερο των ανθρώπων διακηρύττοντας πως «όταν η ελευθερία δεν έχει σκοπό, όταν η ελευθερία δεν ακούει τη φωνή της συνείδησης, τότε στρέφεται εναντίον της ανθρωπότητας και της ίδιας της κοινωνίας που ζούμε».

Την Τετάρτη 13 Μαΐου 1981 η πλατεία του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό ήταν κατάμεστη, όπως κάθε απόγευμα Τετάρτης που είχε καθιερωθεί ο Πάπας να κατεβαίνει στην πλατεία σε ανοιχτή ακρόαση, να ευλογεί και να χαιρετά τους συγκεντρωμένους επισκέπτες. Κι ενώ το ανοιχτό του όχημα διέσχιζε τις σειρές των πιστών που τον χαιρετούσαν κουνώντας σημαίες και μαντίλια, πέντε πυροβολισμοί πάγωσαν το συγκεντρωμένο πλήθος. Ξαφνικά η λευκή του σιλουέτα βάφτηκε κόκκινη, το χαμόγελό του αντικατέστησε ένας μορφασμός πόνου και καθώς σωριάζονταν στα χέρια των συνοδών του, ακούστηκε σαν ένα παράπονο να λέει: «Γιατί, τι τους έκανα, γιατί;». Δύο σφαίρες τον είχαν χτυπήσει στην κοιλιά αλλά παρά την σύγχυση πως η υγεία του κρέμονταν από μία κλωστή, μετά από μία πολύωρη αλλά επιτυχημένη επέμβαση, ο Πάπας πήρε ξανά το δρόμο της ανάρρωσης. Ο δράστης, ένας νεαρός τούρκος ακροδεξιός ο Μεχμέτ Αλί Αγκτσά, φυγόδικος για τη δολοφονία του γνωστού δημοσιογράφου Ιπεκτσί, εντεταλμένος όπως ελέχθη διαφόρων μυστικών υπηρεσιών και μέλος της ακροδεξιάς οργάνωσης των γκρίζων λύκων, θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στις φυλακές της Ρώμης. Γονατιστός θα πέσει και θα φιλήσει τα χέρια του Πάπα όταν ο τελευταίος λίγο καιρό μετά θα τον επισκεφθεί και θα τον συγχωρέσει για την πράξη του.

Ο Ιωάννης Παύλος ο Β’ αναδεικνύεται στον Πάπα όλων των ρεκόρ. Το περιοδικό Time τον αναδεικνύει στον «άνθρωπο της χρονιάς». Πολλοί θα τον αποκαλέσουν «αθλητή του Θεού», κάποιοι άλλοι «πρωταθλητή της ελευθερίας». Η ομορφιά του που ξεπηδά μέσα από τον πόνο, τον φέρνει κοντύτερα στη συνείδηση των ανθρώπων που δοκιμάζονται και υποφέρουν. Γίνεται ο δικός τους άνθρωπος, ο δικός τους Πατέρας. Κάθε αποστολικό του ταξίδι δημιουργεί έναν τεράστιο αντίκτυπο. Γίνεται στόχος εναντίωσης και κριτικής γιατί δεν διστάζει να προτρέπει τους νέους να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. «Το Ευαγγέλιο δεν γράφτηκε για να το φυλάμε σαν να ήταν προσωπική μας υπόθεση» συνηθίζει να λέει, «βγείτε στους δρόμους νέοι και νέες αυτού του κόσμου και γίνετε κήρυκες του Χριστού και του Ευαγγελίου». Το πρόσωπό του γίνεται παγκόσμιο σύμβολο, πραγματικό είδωλο και η οικουμενική του διάσταση είναι περισσότερο από ποτέ εμφανής, η πολιτική προέκταση διακριτή και η εμψύχωση που επιχειρεί για το καθολικό στοιχείο σημαίνουσα. Αλλά και οι εγκύκλιοι που δημοσίευσε με πιο σημαντική αυτήν υπέρ της ενώσεως των χριστιανικών εκκλησιών, καταδεικνύουν την αγωνία του για τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, για το ρόλο της γυναίκας και των λαϊκών γενικότερα μέσα στην Εκκλησία, για την εξαθλίωση που προκαλεί ο βίαιος και πρωτόγονος καπιταλισμός, για το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας και των λειτουργών της κ.α. Αλλά και τα βιβλία του, οι συλλογές με τα ποιήματά του, το best seller «Διαβαίνοντας το κατώφλι της ελπίδας», ένας τόμος με απαντήσεις σε ερωτήματα για τη χριστιανική πίστη που του έθεσε ο διακεκριμένος δημοσιογράφος Vittorio Messori, η κραυγή του προς τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που με την εσωστρέφειά της, χάνει τις ρίζες της και τις παραδόσεις της και μετατρέπεται σε αδιάφορη και ατελέσφορη δύναμη.

Όταν εξελέγη Πάπας ο αγώνας του για τα δικαιώματα των εργατών και των μεταλλωρύχων που συνασπίζονταν γύρω από το συνδικάτο «Αλληλεγγύη», ήταν γνωστός από την εποχή ακόμα που διακονούσε σαν ένας απλός Επίσκοπος. Ο Edward Gierek, ο ηγέτης τότε του πολωνικού κομουνιστικού κόμματος θα πει κουνώντας το κεφάλι: «Ένας πολωνός εκλέχτηκε Πάπας. Είναι ένα μεγάλο γεγονός για τον λαό μας κι ένας μεγάλος πονοκέφαλος για το κόμμα.». Και πράγματι ο Πάπας Ιωάννης Παύλος δεν θα διστάσει ούτε μία στιγμή να καταφερθεί ενάντια σε κάθε μορφή καταναγκασμού και ολοκληρωτισμού, όποιο χρώμα κι αν είχε αυτή, δεν θα διστάσει ν’ αναγνωρίσει και να αποκηρύξει δημόσια σφάλματα, λάθη και παραλείψεις ακόμα και στην ίδια την Καθολική Εκκλησία, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Από το βήμα του Ο.Η.Ε. θα φωνάξει το 1982: «Να πούμε όχι σε κάθε είδος καταναγκαστικών έργων οπουδήποτε στη Γη, όχι στη φρενίτιδα των εξοπλισμών, όχι στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ναι στην προσπάθεια για εδραίωση της ειρήνης, ναι στην προώθηση των υλικών και πνευματικών αξιών που είναι απαραίτητες για την οικοδόμηση του πολιτισμού, ναι στη δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου κόσμου για τις μέλλουσες γενεές».

Παρά την επιδείνωση της υγείας του συνεπεία της δολοφονικής απόπειρας, κάποιων τραυματισμών κι ενός όγκου στο στομάχι, θα συνεχίσει να ταξιδεύει πάντα μ’ ένα προσευχητάριο στο χέρι. Αφιερώνει αρκετή ώρα καθημερινά σ’ αυτοσυγκέντρωση και προσευχή. Το πρωί, πριν και μετά από τα γεύματα, περπατώντας, στο ιδιαίτερο παρεκκλήσιό του που θαρρούσες πως η ψυχή και το μυαλό του είχαν φύγει από το σώμα και ταξίδευαν σε κάποια άλλη διάσταση, το βράδυ αργά πριν επιστρέψει στο δωμάτιό του. Ο ίδιος θα γράψει: «προσευχόμαστε με την εντύπωση ότι αυτός είναι ο σκοπός μας, στην πραγματικότητα όμως είναι οι σκοποί του Θεού που μυστικιστικά μεταμορφώνονται μέσα μας κι είναι με την προσευχή μας αυτή που μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, όλα όσα είναι γύρω μας και όσα ακόμα βρίσκονται μακριά από εμάς.».

Τον Οκτώβριο του 1986 προσκαλεί στην Ασίζη της Ιταλίας πνευματικούς ηγέτες από κάθε θρησκεία, κάθε δόγμα, κάθε ομολογία και φυλή. Ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ανεξαρτήτως πίστεως για να προσευχηθεί για την παγκόσμια συναδέλφωση, για τις κοινές αξίες. Στις 3 Δεκεμβρίου 1987 συναντάται και συμπροσεύχεται στη Ρώμη με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, τον οποίον είχε επισκεφθεί λίγο μετά την εκλογή του στο Φανάρι συνεχίζοντας την παράδοση των προκατόχων του για την επανένωση των αδελφών εκκλησιών, της ορθόδοξης και της καθολικής. Οι συναντήσεις θα συνεχιστούν και με τον σημερινό Οικουμενικό Πατριάρχη αλλά και με άλλους ηγέτες ορθόδοξων αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Όχι όμως με όλους.

Το έτος 2000 «ο Πάπας των εκπλήξεων», όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσαν οι στενότεροι του συνεργάτες, θα πανηγυρίσει στη Ρώμη τη δεύτερη χριστιανική χιλιετηρίδα. Η αρρώστια τον έχει ήδη καταβάλλει και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως θα’πρεπε ήδη να είχε παραιτηθεί. Πολλοί ακόμα στοιχηματίζουν ότι ο καιρός που του απομένει είναι ελάχιστος. Έχει ήδη ταξιδέψει σε όλες τις Ηπείρους κηρύττοντας δικαιοσύνη, ειρήνη και συναδέλφωση, έχει κάνει τριάντα φορές το γύρο της γης κι έχει σφίξει το χέρι σε δεκαπέντε περίπου εκατομμύρια ανθρώπους. Έχει χειροτονήσει περισσότερους από 2600 νέους Επισκόπους κι έχει κηρύξει αγίους και μακάριους χίλιες τριακόσιες περίπου προσωπικότητες του χριστιανικού παρελθόντος. Έχει ρίξει τα τείχη που κρατούσαν τους λαούς φοβισμένους και χωρισμένους, προσπάθησε να συμφιλιώσει το παρόν με το αμαρτωλό του παρελθόν, προσέγγισε τους εκπροσώπους των ξένων θρησκειών ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο συνεργασίας με τους εβραίους και τον ισλαμικό κόσμο. Ταξίδεψε στην Λατινική Αμερική, στην Ωκεανία, σε μακρινές χώρες της Ασίας, στην Κούβα, στην Αίγυπτο και τέλος στην Ελλάδα τον Μάιο του 2001, που σαν Επίσκοπος είχε ξανά επισκεφθεί γοητευμένος από το αρχαίο της μεγαλείο.

Είχα την μεγάλη χαρά να τον συναντήσω για πρώτη φορά πριν από δέκα ακριβώς χρόνια πριν η αρρώστια αρχίσει να τον καταβάλει. Εκπροσωπούσαμε τη χώρα σε μία διεθνή συνάντηση νέων, έναν θεσμό που ο ίδιος είχε επινοήσει με σκοπό μια φορά το χρόνο να συναντά σε κάποια μακρινή χώρα εκπροσώπους νέων από κάθε μεριά του πλανήτη, να προσευχηθεί, να ψάλλει, να γελάσει μαζί τους. Θυμάμαι ακόμα, καθώς περίμενα να έλθει η σειρά μου, πόσο περίεργη μου φαίνονταν η αγωνία που ζωγραφίζονταν στο πρόσωπο άλλων νέων ανθρώπων που βρίσκονταν δίπλα μου περιμένοντας τη δική τους σειρά, αλλά και τα βουρκωμένα μάτια των υπολοίπων που έβγαιναν απ’ το γραφείο του, ή οι λυγμοί στους οποίους ξεσπούσαν αργότερα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ καθώς δεν γνώριζα μπροστά σε τι έκπληξη μπορούσα να βρεθώ από στιγμή σε στιγμή. Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα ξανά και με κάλεσαν να περάσω, εκείνος στέκονταν χαμογελώντας όρθιος πίσω από αυτήν. Βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σ’ έναν ψηλό λευκοντυμένο άνθρωπο, μ’ έναν επίχρυσο σταυρό να κρέμεται στο στήθος του. Είχα ακούσει κι είχα διαβάσει τόσα σ’ αυτόν τον τόπο για εκείνον και τις δραστηριότητές του, «μυστικές και φανερές» που ήταν για μένα σαν να βρίσκομαι μπροστά σε μιαν αντίφαση, σε μία πρόκληση, σ’ ένα μυστήριο. Πέρασαν λίγες στιγμές χωρίς να μιλώ κι έσπασε ο ίδιος την αμηχανία μου αυτή κοιτάζοντάς με, με το βαθυγάλαζο βλέμμα του να μ’ έχει μαρμαρώσει. «Είστε από την Ελλάδα μου είπαν» με ρώτησε στα γαλλικά. Από την Κέρκυρα Παναγιώτατε απήντησα μουδιασμένος. «Κέρκυρα» συνέχισε ο ίδιος, «όμορφο νησί η Κέρκυρα, μου έχει μιλήσει ο Επίσκοπος Αντώνιος γι’ αυτήν». Όταν μάλιστα με συγκίνηση και έκπληξη του προσέφερα ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα για τους Πάπες αστειεύτηκε λέγοντας: «Ευτύχησα να είμαι ο 264ος Πάπας και όμως ο πρώτος Πολωνός, κι αυτό μετά από πεντακόσια περίπου χρόνια. Εσείς τουλάχιστον οι Έλληνες μπορείτε να καμαρώνετε ότι ήδη έντεκα συμπατριώτες σας έχουν εκλεγεί στο Θρόνο του Αποστόλου Πέτρου».

Αυτός ήταν ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’. Σε μία εποχή μάλιστα που τα σύμβολα έχουν καταρρεύσει, σε μια εποχή που ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέες γενιές αναζητούν ένα πρότυπο, ο κόσμος ζητά ηγέτες, ανθρώπους εμπνευσμένους να τον πάρουν από το χέρι και να τον τραβήξουν απ’ τη χαλαρότητα και το βούρκο που σαπίζει τα πάντα. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, η εικόνα ενός γέρου, ενός πονεμένου, ανήμπορου ακόμα και να περπατήσει χωρίς βοήθεια ανθρώπου, συγκινεί και επηρεάζει. Η εικόνα του στον εξώστη του Αγίου Πέτρου ή στο παράθυρο του νοσοκομείου πριν από κάθε εισαγωγή, η πονεμένη έκφραση στο βλέμμα του, η απέλπιδα αλλά ηρωική προσπάθεια να κινηθεί ή να πει κάτι, αλλά συνάμα η πίστη πως όλα ξεπερνιούνται με τη δύναμη του μυαλού και της προσευχής, ενέπνευσε και συγκέντρωσε τις τελευταίες ημέρες έστω και με την προσευχή, εκατομμύρια ανθρώπων ανεξαρτήτως εθνότητας, θρησκείας και ηλικίας, ανθρώπους βασανισμένους ή μη, φτωχούς ή όχι, πιστούς σε μία ιδέα ή καθόλου, κυβερνήτες, βασιλείς, πατριάρχες, προέδρους και ανώνυμα πλήθη μέσα στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, κάτω από το ιδιαίτερο διαμέρισμά του, δίπλα αργότερα από τη νεκρική του σωρό. «Η αγάπη διαμορφώνει τις καρδιές και χαρίζει ειρήνη» θα πει λίγο πριν την μεγάλη πορεία προς το τέλος.

Με αναμμένα κεριά, δάκρυα στα μάτια, με τα ροδάρια τυλιγμένα στα χέρια, κάθε βράδυ εκατό και πλέον χιλιάδες, νέοι κυρίως άνθρωποι κι εκατομμύρια κολλημένοι στις οθόνες των τηλεοράσεων παρακολουθούσαν τον Πάπα του λαού να «σβήνει γαλήνια». «Είμαι ευτυχής, να είστε ευτυχείς και εσείς» έγραψε στο τελευταίο σημείωμά του πριν καταρρεύσει. Απ’ έξω ακούγονταν φωνές και ρυθμικά χτυπήματα των χεριών και των ποδιών από παιδιά και νέους που τον καλούσαν με το όνομά του και του ζητούσαν να κάνει κουράγιο. Και λίγο πριν πέσει η αυλαία, προσπάθησε να σηκώσει το χέρι και με την αναπνοή να λιγοστεύει ψέλλισε: «Νέοι…ευχαριστώ…αμήν!»

Σάββατο βράδυ 2 Απριλίου στην καρδιά της αιώνιας πόλης. 21:37’ στο απέριττο παπικό δωμάτιο. Κάρολ, Κάρολ, Κάρολ. Η βραχνή φωνή του Στανισλάβ, του πιστού πολωνού γραμματέα του Πάπα ηχεί με αγωνία στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του. Η μορφή που συμβόλισε τον ανθρώπινο πόνο και που εξέφρασε όσο καμιά τις ανθρώπινες αγωνίες έχει πια γαληνέψει. Ένα λεπτό μετά μια φωνή γλυκιά θα ακουστεί ξανά μετά από χρόνια: Λόλεκ, Λόλεκ, Λόλεκ. Ήταν η μητέρα του που υποδέχονταν επιτέλους τη ψυχούλα του στις πύλες τ’ ουρανού…

Ας είναι η μνήμη του παντοτινή


Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ επισκέφθηκε την Ελλάδα, αρκετά χρόνια πριν την ανάρρησή του στον παπικό θώκο, επιθυμώντας να ανακαλύψει τις αθηναϊκές αρχαιότητες. Το 2001, ύστερα από πολυετείς και επώδυνες «διαπραγματεύσεις» επισκέφθηκε την Ελλάδα, ξανά, ως προσκυνητής, στα βήματα του Αποστόλου Παύλου. Από τις δύο αυτές επισκέψεις, εκμαιεύσαμε δύο φωτογραφίες από το διαδίκτυο: η πρώτη στον ιερό λόφο της Ακροπόλεως και η δεύτερη, σαράντα περίπου χρόνια μετά, στο Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών, κατά τη διάρκεια του πανηγυρικού συλλείτουργου με την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και αντιπροσωπείες από όλες τις Καθολικές επαρχίες της χώρας μας. Δίπλα του, κατά τη διάρκεια της Θείας Ακολουθίας, ο νέος τότε ιερέας και εψηφισμένος σήμερα Αρχιεπίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας στην Κέρκυρα, Σεβασμιώτατος Γεώργιος Αλτουβάς.

Mandatory Credit: Photo by Louisa Gouliamaki/EPA/Shutterstock (7635873c) Athens Greece: Pope John Paul Ii (r) Holds a Censer During a Holy Mass in Athens Sports Hall on Saturday 05 May 2001 the Pontiff is on the Second Day of His Official Visit to Athens Heading to Damascus at Noon Greece - pope - mass - May 2001